Η σύγχρονη Κυπριακή Ελληνική διάλεκτος δεν αποτελεί άμεση επιβίωση της γλώσσας του Ομήρου ή της μυκηναϊκής Ελληνικής

ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΣ: «Η ελληνοκυπριακή διάλεκτος διατηρεί πολλά αρχαία στοιχεία, συμπεριλαμβανομένου του λεξιλογίου, των ρήμων (sic.) και των γραμματικών δομών που έχουν τις ρίζες τους στην ομηρική ελληνική και στον αρχαίο Αρκαδοκυπριακό κλάδο. Επειδή το νησί ήταν απομονωμένο από μεγάλες μετατοπίσεις της ηπειρωτικής χώρας για αιώνες, η καθημερινή Κυπριακή ομιλία διατήρησε αρχαϊκούς όρους που εξαφανίστηκαν ή άλλαξαν στην τυποποιημένη σύγχρονη ελληνική […]».

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Η σύγχρονη Κυπριακή Ελληνική διάλεκτος δεν αποτελεί άμεση συνέχεια της αρχαίας Κυπριακής Ελληνικής. Όπως σχεδόν όλες οι σύγχρονες ελληνικές γλωσσικές ποικιλίες, ανάγεται στην Ελληνιστική Κοινή μέσω της Μεσαιωνικής Ελληνικής, αν και ορισμένα αρχαία χαρακτηριστικά φαίνεται ότι επιβίωσαν στην Κύπρο, όπως η χρήση του τελικού «-ν» και ορισμένα διπλά σύμφωνα. Ωστόσο, αυτό δεν αρκεί για να χαρακτηριστεί η Κυπριακή Ελληνική «γλωσσικό απολίθωμα» της ομηρικής ή της μυκηναϊκής Ελληνικής.

Στις 15 Αυγούστου 2026, ανάρτηση σε δημόσια ομάδα στο Facebook υποστήριξε ότι η σύγχρονη Κυπριακή Ελληνική διάλεκτος έχει διατηρήσει πολλά στοιχεία που κληρονομήθηκαν απευθείας από την ομηρική Ελληνική και την αρχαία αρκαδοκυπριακή διάλεκτο. Το αφήγημα αυτό συχνά επανέρχεται στο δημόσιο λόγο και στηρίζεται σε συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της διαλέκτου.

Μεταξύ άλλων, το κείμενο στο Facebook αναφέρει τις λέξεις «λαλώ», «θωρώ», «ανώγω», «αἶσα», «δώμα», «οκνιάρης» και «ίντα», παρουσιάζοντάς τες ως αρχαίους τύπους που κληρονομήθηκαν από την ομηρική Ελληνική. Παρουσιάζει επίσης τα διπλά σύμφωνα, ορισμένους φθόγγους παρόμοιους με το αγγλικό «sh», καθώς και το τελικό «-ν», ως κατάλοιπα γλωσσικών δομών ηλικίας αρκετών χιλιετιών.

Πάντα σύμφωνα με την ανάρτηση, η απομόνωση της Κύπρου επέτρεψε στην καθημερινή ομιλία των κατοίκων της να διατηρήσει μια μορφή γλώσσας παρόμοια με εκείνη των Μυκηναίων και της ομηρικής ποίησης, ενώ η Κοινή Νέα Ελληνική (ΚΝΕ) εγκατέλειψε ή μετέβαλε τα στοιχεία αυτά. Το κείμενο αποδίδει επίσης πιο αρχαϊκά χαρακτηριστικά σε ορισμένες περιοχές της Κύπρου, ιδίως στην Πάφο, την Τηλλυρία, τα Κοκκινοχώρια και τη χερσόνησο της Καρπασίας.

Η ανάρτηση συγκέντρωσε δεκάδες κοινοποιήσεις και εκατοντάδες αντιδράσεις.Οι ισχυρισμοί ωστόσο είναι παραπλανητικοί και στερούνται του απαραίτητου πλαισίου.

Το Fact Check Cyprus ζήτησε τη συνδρομή δύο ειδικών: του Δρα Σπύρου Αρμοστή (αρχειοθετημένο εδώ), επίκουρου καθηγητή γλωσσολογίας στο Τμήμα Αγγλικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου και μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου της Γλωσσολογικής Εταιρείας Κύπρου, καθώς και της κοινωνιογλωσσολόγου Σοφίας Αγαθοκλέους. Η έρευνα του Δρα Σπύρου Αρμοστή επικεντρώνεται, μεταξύ άλλων, στη φωνητική, τη φωνολογία και την κοινωνιογλωσσολογία της Κυπριακής Ελληνικής, ενώ η Σοφία Αγαθοκλέους προσεγγίζει το ζήτημα από κοινωνιογλωσσολογική σκοπιά, εστιάζοντας στη γλωσσική επαφή, στις γλωσσικές στάσεις και στο ιστορικοπολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο διατηρήθηκε η κυπριακή ποικιλία.

Δεν υπάρχει άμεση συνέχεια από την αρχαία κυπριακή διάλεκτο στη σύγχρονη κυπριακή

Σε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προς το Fact Check Cyprus, στις 19 Αυγούστου 2026, ο Δρα Σπύρος Αρμοστής απάντησε στις ερωτήσεις μας σχετικά με τη συγκεκριμένη ανάρτηση στο Facebook. Σύμφωνα με τον ίδιο, το βασικό της σφάλμα είναι ότι παρουσιάζει τη σύγχρονη Κυπριακή Ελληνική ως άμεση συνέχεια της μορφής της Ελληνικής που μιλιόταν στο νησί κατά την Αρχαιότητα.

«Σε καμία περίπτωση δεν έχουμε άμεση συνέχεια από την αρχαία κυπριακή διάλεκτο στη σύγχρονη κυπριακή (ή, με επιστημονική ορολογία, από την αρχαία Κυπριακή Ελληνική στη σύγχρονη Κυπριακή Ελληνική)», εξήγησε ο Δρ Αρμοστής.

Η αρχαία Κυπριακή Ελληνική ανήκε σε ένα σύνολο το οποίο οι γλωσσολόγοι αποκαλούν αρκαδοκυπριακή διαλεκτική ομάδα. Ο όρος αυτός αναφέρεται σε δύο συγγενικές αρχαίες ποικιλίες: την Αρκαδική, η οποία μιλιόταν στην Πελοπόννησο, και την Αρχαία Κυπριακή (βλ., για παράδειγμα, τη δημοσίευση «Αρκαδοκυπριακή» (αρχειοθετημένο εδώ) της ιστορικής γλωσσολόγου Άννας Παναγιώτου). Επομένως, δεν αποτελεί, με την αυστηρή έννοια του όρου, την ονομασία της ίδιας της αρχαίας διαλέκτου της Κύπρου. 

Όπως εξηγεί ο γλωσσολόγος, «ο όρος “αρκαδοκυπριακή” αναφέρεται στη διαλεκτική ομάδα που συγκροτούν η αρχαία αρκαδική και η αρχαία κυπριακή διάλεκτος, δεν είναι ο όρος που χρησιμοποιείται για την ίδια την αρχαία κυπριακή διάλεκτο».

Ο Δρ Αρμοστής εξήγησε ότι τα αρχαιολογικά και γλωσσολογικά δεδομένα δείχνουν πράγματι ότι ελληνόφωνοι πληθυσμοί εγκαταστάθηκαν στην Κύπρο σε κύματα από το 1400 π.Χ. μέχρι το 1000 π.Χ. Η ιστορική αυτή πραγματικότητα εξηγεί τις σχέσεις μεταξύ της μυκηναϊκής, της αρκαδικής και της αρχαίας κυπριακής. Δεν αποδεικνύει, ωστόσο, την ύπαρξη άμεσης συνέχειας μεταξύ της Μυκηναϊκής και της Ελληνικής που μιλιέται σήμερα στο νησί. Κατά την ελληνιστική περίοδο, η Αρχαία Κυπριακή αντικαταστάθηκε σταδιακά από την Ελληνιστική Κοινή, τη γλώσσα που διαδόθηκε σε ολόκληρο τον ελληνικό κόσμο μετά τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

«Η αρχαία κυπριακή έσβησε σταδιακά, ή τουλάχιστον σταμάτησε να γράφεται, κατά τα ελληνιστικά χρόνια (310–30 π.Χ.), όταν στην Κύπρο, όπως και στον υπόλοιπο ελληνιστικό κόσμο, επικράτησε η ελληνιστική κοινή», διευκρινίζει ο Δρ Αρμοστής. Η νέα αυτή μορφή της Ελληνικής βασιζόταν κυρίως στην αττική και την ιωνική διάλεκτο. Στην Κύπρο, οφείλεται στην κατάργηση των ανεξάρτητων κυπριακών πόλεων-βασιλείων και την οριστική ενσωμάτωση του νησιού στο βασίλειο των Πτολεμαίων, το 295–294 π.Χ.

«Οι ομιλητές των αρχαίων διαλέκτων, π.χ. της αιολικής, δωρικής, κυπριακής κ.λπ., υιοθέτησαν αυτή την κοινή γλώσσα αφήνοντας πίσω τις δικές τους διαλέκτους. Έτσι όλες οι αρχαίες διάλεκτοι έσβησαν (με εξαίρεση ίσως τη λακωνική που εξελίχθηκε στη σύγχρονη τσακωνική διάλεκτο)», συνεχίζει ο γλωσσολόγος.

Επιστημονικό λήμμα για την αρχαία κυπριακή, δημοσιευμένο στην Encyclopedia of Ancient Greek Language and Linguistics (αρχειοθετημένο εδώ), επιβεβαιώνει ότι, από το 295–294 π.Χ., η Ελληνιστική Κοινή έγινε η γλώσσα της διοίκησης και αντικατέστησε σταδιακά τις υπόλοιπες γλωσσικές μορφές του νησιού. Οι τοπικές ποικιλίες υποχώρησαν γρήγορα αφότου έχασαν την επίσημη λειτουργία τους.

Ο Δρ Αρμοστής συγκρίνει την εξέλιξη αυτή με τη σημερινή κατάσταση των ελληνικών διαλέκτων απέναντι στην επικράτηση της Kοινής Nέας Ελληνικής.

«Συνέβη δηλαδή κάτι που συμβαίνει περίπου και σήμερα: με την επικράτηση της Κοινής Νέας Ελληνικής, οι διάφορες νεοελληνικές διάλεκτοι (Κρητική, Ποντιακή, Δωδεκανησιακή κ.λπ.) αρχίζουν να υποχωρούν. Και τότε, στα ελληνιστικά χρόνια, έγινε το ίδιο πράγμα, με την ελληνιστική κοινή να μιλιέται παντού με κάποιες τοπικές διαφοροποιήσεις. Και η Κύπρος δεν αποτελεί εξαίρεση: οι επιγραφές στην αρχαία κυπριακή διάλεκτο άρχισαν να χάνονται, ενώ για αιώνες δεν παρατηρούμε να διαφέρει και πολύ η ελληνική γλώσσα στην Κύπρο από άλλες περιοχές (διατηρήθηκαν κάποια ελάχιστα στοιχεία από την αρχαία κυπριακή μόνο)», εξηγεί.

Με την πάροδο των αιώνων, επισημαίνει ο Δρ Αρμοστής, η Ελληνιστική Κοινή εξελίχθηκε στη Μεσαιωνική Ελληνική, η οποία στη συνέχεια άρχισε να διαφοροποιείται γεωγραφικά, οδηγώντας στη διαμόρφωση των διαφόρων σύγχρονων ποικιλιών, μεταξύ των οποίων η Κοινή Νέα Ελληνική, η Κυπριακή, η Κρητική και η Ποντιακή. Τα πρώτα κείμενα που παρουσιάζουν με σαφήνεια χαρακτηριστικά της σύγχρονης Κυπριακής Ελληνικής ανάγονται στον Μεσαίωνα, ιδίως στην κυπριακή εκδοχή των Ασσιζών της Ιερουσαλήμ του 14ου αιώνα.

Για τη γενικότερη αυτή εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας, ο Δρ Αρμοστής παραπέμπει, μεταξύ άλλων, στο έργο του Jeffrey Horrocks Greek: A History of the Language and its Speakers. Βιβλιογραφική καταχώρηση της αναθεωρημένης αγγλικής έκδοσης είναι διαθέσιμη στο διαδίκτυο (αρχειοθετημένο εδώ).

Η σύγχρονη Κυπριακή Ελληνική αποτελεί, συνεπώς, κυρίως προϊόν της εξέλιξης της Ελληνιστικής Κοινής και της Μεσαιωνικής Ελληνικής. Δεν αποτελεί αμετάβλητη συνέχεια της αρχαίας διαλέκτου που μιλιόταν στο νησί.

«Από αυτή τη σύντομη περιγραφή της ιστορικής εξέλιξης της ελληνικής γλώσσας καθίσταται σαφές πως η αρχαία κυπριακή δεν αποτελεί τον πρόγονο της σύγχρονης κυπριακής», καταλήγει ο Δρ Αρμοστής ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα.

Ένας μύθος που ενισχύεται από τη σύγχυση μεταξύ δύο διαφορετικών γλωσσικών ποικιλιών

Σύμφωνα με τον Δρα Αρμοστή, η αντίληψη ότι η σύγχρονη Κυπριακή Ελληνική αποτελεί συνέχεια της Αρχαίας Κυπριακής είναι ευρέως διαδεδομένη. 

«Πρόκειται για ευρέως διαδεδομένο μύθο, κυρίως λόγω της γενικότερης άγνοιας που επικρατεί στον ελληνόφωνο κόσμο γύρω από την ιστορική εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας ευρύτερα», εξηγεί ο Δρ Αρμοστής.

Η αντίληψη αυτή φαίνεται να ενισχύεται ιδιαίτερα από την ονομασία «αρκαδοκυπριακή», η οποία οδηγεί στην αυθόρμητη σύνδεση της αρχαίας διαλέκτου με τη σύγχρονη ποικιλία που ομιλείται στο νησί.

«Υπάρχει θεωρώ στην Κύπρο σε κάποιο βαθμό η επίγνωση πως υπήρχε στην αρχαιότητα στο νησί μια τοπική διάλεκτος που την ονομάζουμε “Αρκαδοκυπριακή”, οπότε γίνεται αμέσως μια εντελώς εσφαλμένη υπόθεση πως η σύγχρονη κυπριακή είναι η συνέχεια εκείνης της “αρκαδοκυπριακής”», γράφει.

Η πρώτη αυτή σύγχυση συνδέεται με μια άλλη αντίληψη, συνεχίζει ο γλωσσολόγος: ότι η Κυπριακή Ελληνική βρίσκεται πιο κοντά στην αρχαία Ελληνική, και ειδικότερα στη γλώσσα του Ομήρου, απ’ ό,τι η κοινή νέα Ελληνική.

«Αυτός ο μύθος διαπλέκεται πολλές φορές και με έναν άλλον, συγκεκριμένα ότι η σύγχρονη Κυπριακή Ελληνική είναι πιο κοντά στην αρχαία Ελληνική (και δη στον Όμηρο) από ό,τι η κοινή νέα Ελληνική, κάτι που θεωρείται ότι της δίνει ιδιαίτερη αξία», επισημαίνει.

Ωστόσο, η γλωσσολογία δεν κατατάσσει τις γλώσσες ή τις διαλέκτους με βάση την υποτιθέμενη εγγύτητά τους προς μια παλαιότερη γλωσσική μορφή υψηλού κύρους.

«Είναι η αρχαία Ελληνική η υπέρτατη μορφή γλώσσας; Επιστημονικά μιλώντας, δεν είναι, αφού είναι βασικό αξίωμα της γλωσσολογίας πως όλες οι γλωσσικές ποικιλίες είναι ισότιμες», υπενθυμίζει ο Δρ Αρμοστής.

«Ο λόγος είναι επειδή σε αυτήν γράφτηκαν μεγαλειώδη κείμενα και μέσω αυτής εκφράστηκε ένας από τους μεγαλύτερους πολιτισμούς, ο αρχαιοελληνικός. Αυτό όμως δεν κάνει την ίδια την αρχαία ελληνική γλώσσα μεγαλειώδη όσον αφορά τη γραμματική ή το λεξιλόγιό της.»

Η απουσία άμεσης συνέχειας δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι κανένα χαρακτηριστικό της αρχαίας κυπριακής δεν επιβίωσε στο πέρασμα των αιώνων.

«Υπάρχουν κάποια γλωσσικά στοιχεία της αρχαίας κυπριακής τα οποία η έρευνα θεωρεί ότι διατηρήθηκαν στην τοπική μορφή της ελληνιστικής κοινής, μερικά από τα οποία επιβιώνουν μέχρι σήμερα στη σύγχρονη Κυπριακή Ελληνική», εξήγησε στο Fact Check Cyprus ο Δρ Αρμοστής.

Το καλύτερα τεκμηριωμένο παράδειγμα αφορά ορισμένες χρήσεις του τελικού «-ν». Στην αρχαία κυπριακή, το «-ν» αυτό είχε επεκταθεί ακόμη και σε ουδέτερα ουσιαστικά της τρίτης κλίσης, τα οποία δεν είχαν τελικό «-ν» στις υπόλοιπες αρχαίες διαλέκτους. Έτσι, ο αρχαίος κυπριακός τύπος «μνᾶμαν» αντιστοιχούσε στον αττικό τύπο «μνῆμα».

«Αυτό το τελικό –ν διατηρήθηκε μέχρι σήμερα στη σύγχρονη κυπριακή, στην οποία το “μνήμαν” αντιστοιχεί στη λέξη “μνήμα” της Κοινής Νέας Ελληνικής »,, διευκρινίζει ο ειδικός. 

«Συγκεκριμένα το ότι τόσο η αρχαία κυπριακή όσο και η σύγχρονη κυπριακή έχουν τελικό -ν σε λέξεις στις οποίες σχεδόν καμία αρχαία ή σύγχρονη διάλεκτος δεν έχει (όπως “χώμαν”, “μνήμαν” κ.λπ.) δύσκολα μπορεί να είναι σύμπτωση», εξηγεί.

Εκτιμά ότι οι ομιλητές της αρχαίας κυπριακής πιθανότατα διατήρησαν αυτή την προφορά όταν υιοθέτησαν την ελληνιστική κοινή, όπως και οι σημερινοί ομιλητές της κυπριακής μπορούν να διατηρούν ορισμένα διαλεκτικά χαρακτηριστικά όταν μιλούν την κοινή νέα Ελληνική.

«Σήμερα οι ομιλητές της κυπριακής ακόμα κι όταν μιλάνε κοινή νεοελληνική χρειάζεται συνειδητή προσπάθεια να μην προφέρουν αυτά τα τελικά -ν. Το ίδιο είναι λογικό να ίσχυε και για τους ομιλητές της αρχαίας κυπριακής όταν μετέβαιναν στην ελληνιστική κοινή», προσθέτει ο Δρ Αρμοστής.

Άλλες πιθανές συνέχειες υπάρχουν, με ελάχιστες λέξεις, όπως το «βάρτακος», που σημαίνει «βάτραχος», ενδέχεται να προέρχονται από την αρχαία κυπριακή (εν προκειμένω, από το «βόρταχος» της αρχαίας κυπριακής).

Τα παραδείγματα αυτά δείχνουν ότι ορισμένα τοπικά χαρακτηριστικά ενδέχεται να μεταφέρθηκαν από την αρχαία κυπριακή στην τοπική μορφή της ελληνιστικής κοινής και, μέσω αυτής, να έφτασαν μέχρι τη σύγχρονη κυπριακή. Δεν επιτρέπουν, ωστόσο, το συμπέρασμα ότι διατηρήθηκε ολόκληρο το αρχαίο γλωσσικό σύστημα, διευκρινίζει ο ειδικός.

Οι πιθανές αυτές συνέχειες εξετάζονται από την Άννα Παναγιώτου στη μελέτη «Σχέσεις αρχαίας και νεότερης κυπριακής διαλέκτου» (2001, σσ. 469–475) (αρχειοθετημένο εδώ), την οποία ο Δρ Αρμοστής παρέθεσε ρητά στην απάντησή του προς το Fact Check Cyprus.

Οι αρχαίες λέξεις δεν αποδεικνύουν ιδιαίτερη εγγύτητα με τη γλώσσα του Ομήρου

Η ανάρτηση στο Facebook παρουσιάζει διάφορες λέξεις που χρησιμοποιούνται στην Κυπριακή Ελληνική ως κατάλοιπα ειδικά της ομηρικής ή της μυκηναϊκής Ελληνικής. Ωστόσο, αυτός ο συλλογισμός παρουσιάζει ένα μεθοδολογικό πρόβλημα, καθώς όλες οι σύγχρονες ποικιλίες της Ελληνικής διατηρούν πολλές αρχαίες λέξεις.

«Αυτό που πρέπει να κατανοήσουμε είναι ότι όλες οι μορφές της ελληνικής γλώσσας, είτε αυτή λέγεται κοινή νέα Ελληνική, είτε κυπριακή, είτε κρητική κ.λπ. διατήρησαν πολλά πράγματα από την αρχαιότητα και παράλληλα άλλαξαν και πολλά άλλα», εξηγεί ο Δρ Αρμοστής.

Λέξεις τόσο συνηθισμένες όσο το «εγώ» και το «ουρανός», καθώς και τα άρθρα «ο, η, το», έχουν διατηρηθεί ανά τους αιώνες σε σχετικά παρόμοιες μορφές. Η παρουσία τους στην κοινή νέα Ελληνική, στην κρητική, στην κυπριακή ή σε άλλες ποικιλίες δεν επιτρέπει να συναχθεί ότι κάποια από αυτές βρίσκεται συνολικά πιο κοντά στη γλώσσα του Ομήρου.

«Αυτά που διατηρούνται είναι παντού, γι’ αυτό δεν τα προσέχουμε», τονίζει ο γλωσσολόγος. «Αλλά επειδή αυτές είναι καθημερινές λέξεις που τις έχουν όλες οι μορφές της ελληνικής γλώσσας σήμερα, δεν τις θεωρεί ο κόσμος τόσο συναρπαστικές. Αυτό δεν σημαίνει όμως πως πρέπει σώνει και καλά να εφεύρουμε συναρπαστικές καταγωγές λέξεων (και μάλιστα από τον Όμηρο) όταν δεν υφίστανται.»

Ορισμένες λέξεις που αναφέρονται στην ανάρτηση, όπως «λαλώ», «θωρώ», «δώμαν» ή «οκνιάρης», χρησιμοποιούνται πράγματι στην Κυπριακή Ελληνική και μπορούν να συνδεθούν με αρχαίες ρίζες. Αυτό, όμως, δεν αποδεικνύει ότι μεταδόθηκαν απευθείας μέσω της αρχαίας κυπριακής διαλέκτου. Ενδέχεται να κληρονομήθηκαν μέσω της ελληνιστικής κοινής και της μεσαιωνικής Ελληνικής, να υπέστησαν σημασιολογικές μεταβολές ή να σχηματίστηκαν μεταγενέστερα από κάποια αρχαία ρίζα.

Παράλληλα, η ανάρτηση συγχέει αυτές τις λέξεις, οι οποίες χρησιμοποιούνται πράγματι, με λέξεις όπως «αἶσα» και «(w)άναξ», που ανήκουν σε παλαιότερες φάσεις της γλώσσας ή σε λόγιες και λογοτεχνικές χρήσεις, αλλά όχι στη σύγχρονη Κυπριακή.

Το γεγονός ότι η Γραμμική Β αποκρυπτογραφήθηκε το 1952 είναι ακριβές (αρχειοθετημένο εδώ). Αντίθετα, η ανάρτηση δεν παραθέτει καμία μελέτη που να αποδεικνύει ότι οι λέξεις της Γραμμικής Β αντιστοιχούν συνολικά περισσότερο στη σύγχρονη Κυπριακή Ελληνική παρά στην κοινή νέα Ελληνική. Η ιστορική εγγύτητα μεταξύ δύο γλωσσικών ποικιλιών δεν μπορεί να τεκμηριωθεί με βάση μια επιλογή λίγων λέξεων που μοιάζουν μεταξύ τους· απαιτεί τη συστηματική μελέτη των φωνητικών, γραμματικών και λεξιλογικών εξελίξεων.

Επιπλέον, η ομηρική Ελληνική δεν ήταν μια καθημερινή διάλεκτος συγκρίσιμη με μια σύγχρονη περιφερειακή ποικιλία. Επρόκειτο για ποιητική γλώσσα, η οποία συνδύαζε στοιχεία διαφορετικής προέλευσης και ήταν προσαρμοσμένη στις απαιτήσεις του εξαμέτρου.

Το «ίντα» αποτελεί μεσαιωνική εξέλιξη

Η ανάρτηση συνδέει άμεσα την κυπριακή λέξη «ίντα», η οποία σημαίνει μεταξύ άλλων «τι» ή «πώς», με ένα υποτιθέμενο ομηρικό ή αρκαδοκυπριακό ερωτηματικό στοιχείο «τίντα».

«Για παράδειγμα, ο ισχυρισμός ότι το “ίντα” προέρχεται από την αρκαδοκυπριακή ή την ομηρική είναι ανυπόστατος, αφού γνωρίζουμε ότι προέρχεται από τη φράση “τι ένι τα” της μεσαιωνικής Ελληνικής, η οποία εξελίχθηκε σε “τίντα” και στη συνέχεια σε “ίντα”», εξήγησε ο Δρ Αρμοστής.

Η εξέλιξη αυτή μπορεί να παρατηρηθεί άμεσα στα μεσαιωνικά κυπριακά κείμενα.

«Και το παρατηρούμε να συμβαίνει εξελικτικά στα πρώτα κείμενα της σύγχρονης κυπριακής διαλέκτου: ενώ στις Ασσίζες (14ος αι.) παρατηρούμε αποκλειστικά τη λέξη “τίντα”, στον Μαχαιρά (14ος–15ος αι., αρχειοθετημένο εδώ) παρατηρούμε εναλλαγή του “τίντα” με τον επικρατέστερο τύπο “ίντα”, με τον Βουστρώνιο (15ος αι., αρχειοθετημένο εδώ) να χρησιμοποιεί αποκλειστικά τη μορφή “ίντα”», αναφέρει αναλυτικά ο Δρ Αρμοστής.

Για τη χρονολόγηση αυτή, ο Δρ Αρμοστής παραπέμπει στη σελίδα 138 του έργου του Χαράλαμπου Π. Συμεωνίδη, Ιστορία της κυπριακής διαλέκτου. Αναλυτική βιβλιογραφική παρουσίαση του έργου έχει δημοσιευτεί στην Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα (αρχειοθετημένο εδώ).

Το «ίντα» δεν αποτελεί, συνεπώς, ομηρικό ή μυκηναϊκό γλωσσικό απολίθωμα, αλλά το τεκμηριωμένο αποτέλεσμα μιας μεσαιωνικής εξέλιξης.

Τα διπλά σύμφωνα δεν έχουν όλα την ίδια προέλευση

Τα διπλά σύμφωνα, δηλαδή τα σύμφωνα που προφέρονται με μεγαλύτερη διάρκεια, αποτελούν ένα από τα χαρακτηριστικότερα γνωρίσματα της Κυπριακής Ελληνικής. Σύμφωνα με τον Δρα Αρμοστή, ένα από τα πιο αξιοσημείωτα χαρακτηριστικά που διασώζει η κυπριακή διάλεκτος από την αρχαία Ελληνική είναι «τα διπλά σύμφωνα, αφού επιβιώνουν στις λέξεις όπου προφέρονταν ως διπλά και στα αρχαία». Ο ίδιος διευκρινίζει ότι το χαρακτηριστικό αυτό δεν προέρχεται αποκλειστικά από την αρχαία κυπριακή διάλεκτο, αφού και στην ελληνιστική κοινή διατηρείτο (τουλάχιστον για κάποιους αιώνες) η προφορά των διπλών συμφώνων.

Ορισμένα από αυτά τα σύμφωνα κληρονομήθηκαν από αρχαίους τύπους και απαντούν σε λέξεις στις οποίες προφέρονταν ως διπλά ήδη κατά την Αρχαιότητα. Το χαρακτηριστικό αυτό, ωστόσο, δεν είναι αποκλειστικά κυπριακό.

«Τα διπλά σύμφωνα διασώζουν και άλλες σύγχρονες περιφερειακές διάλεκτοι», διευκρινίζει ο γλωσσολόγος. Αναφέρει ως παραδείγματα τις διαλέκτους των ανατολικών νησιών του Αιγαίου και της Κάτω Ιταλίας, προσθέτοντας ότι όλες αυτές οι ποικιλίες χαρακτηρίζονται συλλογικά ως «διπλωτικές».

Δεν ανάγονται, ωστόσο, όλα τα διπλά σύμφωνα της Κυπριακής Ελληνικής στην Αρχαιότητα.

«Εντούτοις, αυτές οι ποικιλίες παρουσιάζουν διπλά σύμφωνα σε δάνειες λέξεις, ενώ ανέπτυξαν και δευτερεύοντα/μη ετυμολογικά διπλά σύμφωνα, τα οποία δηλαδή δεν κληρονομήθηκαν από τα αρχαία ελληνικά. Αυτό το καινοτόμο φαινόμενο συχνά αποκαλείται “αυθόρμητος διπλασιασμός”», προσθέτει ο Δρ Αρμοστής.

Το φαινόμενο αυτό μελετάται, μεταξύ άλλων, από τον Χαράλαμπο Χριστοδούλου στο άρθρο «Μη αιτιολογημένος διπλασιασμός στην κυπριακή διάλεκτο», το οποίο δημοσιεύτηκε το 2013 στο περιοδικό Γλωσσολογία, τεύχος 21, σσ. 115–136 (αρχειοθετημένο εδώ).

Είναι επομένως εν μέρει ακριβές ότι ορισμένα διπλά σύμφωνα έχουν αρχαία προέλευση. Είναι, αντιθέτως, εσφαλμένος ο ισχυρισμός ότι όλα αναπαράγουν «φωνητικές δομές της Εποχής του Χαλκού» ή τους μετρικούς περιορισμούς της ομηρικής ποίησης.

Οι ήχοι που μοιάζουν με το «sh» δεν αποτελούν επιβιώσεις της αρκαδοκυπριακής

Η ανάρτηση παρουσιάζει τους ήχους που μοιάζουν με το αγγλικό «sh» ως κατάλοιπα μιας αρχαϊκής προφοράς, η οποία υποτίθεται ότι συνδέει την Κυπριακή Ελληνική με τις αρχαίες διαλέκτους της Πελοποννήσου και της Αρκαδίας. Σύμφωνα με τον Δρα Αρμοστή, η ερμηνεία αυτή μπορεί να απορριφθεί με βάση τις γνώσεις μας για το φωνολογικό σύστημα της αρχαίας κυπριακής.

«Η γνώση μας για το γλωσσικό σύστημα των δύο διαλέκτων (της σύγχρονης και της αρχαίας) μας επιτρέπει επίσης να ξέρουμε ότι είναι εσφαλμένος ο ισχυρισμός πως ανάγονται στην αρκαδοκυπριακή ήχοι της σύγχρονης κυπριακής όπως το “sh”: ξέρουμε το φωνολογικό σύστημα της αρχαίας κυπριακής και γνωρίζουμε πως δεν υπήρχαν αυτοί οι ήχοι», εξήγησε.

Οι ήχοι που ακούγονται σε κυπριακές λέξεις όπως «έσιει», «τζ̆αιρός», «κότσινος» ή «μαχαζ̆ιά» προέκυψαν μέσα από προβλέψιμες φωνολογικές διεργασίες, ιδίως ουρανικοποιήσεις που σημειώθηκαν εσωτερικά κατά την εξέλιξη της Κυπριακής Ελληνικής.

«Ξέρουμε επίσης και τις πολύ προβλέψιμες διαδικασίες με τις οποίες προέκυψαν εντός της σύγχρονης κυπριακής διαλέκτου αυτοί οι ήχοι», διευκρινίζει ο ειδικός.

Γενικότερα, προειδοποιεί για την τάση να αποδίδονται συστηματικά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά μιας γλωσσικής ποικιλίας είτε σε ξένες επιδράσεις είτε στη διατήρηση μιας παλαιότερης γλωσσικής κατάστασης.

«Γενικά ο κόσμος έχει την τάση να ερμηνεύει κάποια ιδιαίτερα γλωσσικά χαρακτηριστικά κάποιας γλώσσας ή διαλέκτου είτε ως αποτέλεσμα επαφής με άλλες γλώσσες είτε ως διατήρηση από προηγούμενες μορφές της γλώσσας. Πολλές φορές όμως, κάποια φαινόμενα είναι απλώς φυσιολογικές εξελίξεις εντός της γλώσσας/διαλέκτου», εξηγεί ο Δρ Αρμοστής.

Οι ήχοι αυτοί, επομένως, δεν αποτελούν άμεσα κατάλοιπα της μυκηναϊκής ή της Αρκαδοκυπριακής Ελληνικής.

Η θέση των αντωνυμιών δεν αναπαράγει απλώς την ομηρική σύνταξη

Η ανάρτηση υποστηρίζει ότι η κυπριακή δομή «είπα σου», στην οποία η αντωνυμία ακολουθεί το ρήμα, αναπαράγει την ομηρική σύνταξη και τον «νόμο του Wackernagel».

Σε δημόσιο σχόλιό του κάτω από την ανάρτηση στο Facebook, ο Δρ Αρμοστής χαρακτηρίζει την ερμηνεία αυτή υπερβολικά απλουστευτική: «Η σύντομη απάντηση είναι ότι η συγκεκριμένη θέση των κλιτικών στην Κυπριακή Ελληνική αντανακλά συντακτικές δομές της Μεσαιωνικής Ελληνικής και όχι της Αρχαίας ή της Ομηρικής Ελληνικής.»

Η ανάρτηση περιέχει επίσης ένα λάθος στο ίδιο της το παράδειγμα. Παρουσιάζει το «πες μου» ως δομή της Κυπριακής Ελληνικής και υποστηρίζει ότι στην Κοινή Νέα Ελληνική η αντωνυμία θα τοποθετούνταν πριν από το ρήμα.

Ωστόσο, όπως επισημαίνει ο Δρ Αρμοστής, «στην προστακτική, η Κυπριακή και η κοινή νέα Ελληνική συμπίπτουν ως προς την τοποθέτηση της κλιτικής αντωνυμίας μετά το ρήμα: “πε μου” στην κυπριακή —και όχι “πες μου”, όπως υποστηρίζει το κείμενο— και “πες μου” στην κοινή νέα Ελληνική».

Ο τύπος «μου πες», ο οποίος θα αντιστοιχούσε στον κανόνα που η ανάρτηση αποδίδει στην κοινή νέα Ελληνική, είναι αντιγραμματικός στο συγκεκριμένο περιβάλλον. Ο Δρ Αρμοστής διευκρινίζει επίσης ότι η σύγχρονη δομή «πε(ς) μου» δεν αναπαράγει άμεσα την ομηρική σύνταξη «Ἄνδρα μοι ἔννεπε».

Μελέτη του Στέργιου Χατζηκυριακίδη με τίτλο «Underspecification, Parsing Mismatches and Routinisation: The Historical Development of the Clitic Systems of Greek Dialects», η οποία δημοσιεύτηκε στο Journal of Logic, Language and Information (αρχειοθετημένο εδώ), δείχνει γενικότερα ότι το σύστημα της σύγχρονης κυπριακής Ελληνικής διαμορφώθηκε μέσα από μια εξέλιξη που πέρασε από την κοινή και τις μεσαιωνικές ποικιλίες. Στην Κυπριακή Ελληνική, η θέση του κλιτικού εξαρτάται από το συντακτικό περιβάλλον: το κλιτικό τοποθετείται γενικά μετά το ρήμα, αλλά διάφορα στοιχεία μπορούν να προκαλέσουν την τοποθέτησή του πριν από αυτό. Επομένως, το συγκεκριμένο σύστημα δεν μπορεί να αναχθεί στην απλή διατήρηση του νόμου του Wackernagel ή της ομηρικής σύνταξης.

Το Fact Check Cyprus έχει ήδη γράψει σχετικά με αυτό το θέμα εδώ.

Η Κυπριακή Ελληνική δεν διατήρησε το απαρέμφατο

Η ανάρτηση υποστηρίζει, τέλος, ότι το αρχαίο απαρέμφατο παραμένει ζωντανό στην Κυπριακή Ελληνική μέσα από εκφράσεις όπως «δούναι και λαβείν».

Σε δημόσιο σχόλιό του κάτω από την ανάρτηση στο Facebook, ο Δρ Αρμοστής απορρίπτει ρητά αυτή την ερμηνεία: «Η Κυπριακή Ελληνική δεν διατήρησε το απαρέμφατο». Διευκρινίζει ότι η έκφραση «δούναι και λαβείν» μπορεί να χρησιμοποιηθεί από ελληνόφωνους τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Κύπρο και, επομένως, δεν αποτελεί ιδιαιτερότητα που διατηρήθηκε στην κυπριακή διάλεκτο.

Σύμφωνα με τον γλωσσολόγο, πρόκειται για «λόγιο λεξιλόγιο, δηλαδή λέξεις και εκφράσεις που έχουν τύχει δανεισμού  από την καθαρεύουσα ή την Αρχαία Ελληνική και έχουν εισαχθεί στην καθημερινή γλώσσα στην Ελλάδα και την Κύπρο», και όχι για τύπο που μεταδόθηκε αδιάκοπα μέσω της προφορικής κυπριακής.

Μελέτη του γλωσσολόγου Brian D. Joseph με τίτλο Greek Infinitive-Retreat versus Grammaticalization: An Assessment (αρχειοθετημένο εδώ) επιβεβαιώνει ότι η Νέα Ελληνική απώλεσε το απαρέμφατο ως ρηματική κατηγορία και το αντικατέστησε κυρίως με κλιτούς ρηματικούς τύπους που εισάγονται με το μόριο «να». Ο συγγραφέας εξηγεί ότι η διαδικασία αυτή, η οποία είχε αρχίσει ήδη από την περίοδο της κοινής, οδήγησε μεταξύ του 16ου και του 17ου αιώνα στη γενικευμένη εξαφάνιση του απαρεμφάτου ως ρηματικής κατηγορίας, παρά την περιορισμένη διατήρησή του σε ορισμένες περιφερειακές ποικιλίες.

Επίσημο σχολικό εγχειρίδιο για το συντακτικό της αρχαίας Ελληνικής, δημοσιευμένο στην εκπαιδευτική πύλη του ελληνικού Υπουργείου Παιδείας (αρχειοθετημένο εδώ), αναφέρει επίσης ότι στη Νέα Ελληνική τα αρχαία απαρέμφατα χρησιμοποιούνται κυρίως σε παγιωμένες εκφράσεις, μεταξύ των οποίων «το είναι μου», «τρόπος του λέγειν» και «δούναι και λαβείν».

Η παρουσία των τύπων «δούναι» και «λαβείν» σε αυτή την παγιωμένη έκφραση δεν σημαίνει, επομένως, ότι το απαρέμφατο παραμένει ζωντανός γραμματικός μηχανισμός στην Κυπριακή Ελληνική.

Ένας πραγματικός ιστορικός πυρήνας που μετατράπηκε σε παραπλανητικό αφήγημα

Η ανάρτηση βασίζεται σε ορισμένα πραγματικά στοιχεία: η αρχαία κυπριακή ανήκε πράγματι στην αρκαδοκυπριακή διαλεκτική ομάδα, η ομάδα αυτή παρουσίαζε συγγένειες με τη μυκηναϊκή Ελληνική, ελληνόφωνοι πληθυσμοί εγκαταστάθηκαν στην Κύπρο μετά την κατάρρευση των μυκηναϊκών βασιλείων, ορισμένα αρχαία χαρακτηριστικά ενδέχεται να έχουν επιβιώσει και το μεγαλύτερο μέρος των διπλών συμφώνων έχει πράγματι κληρονομηθεί από την Αρχαιότητα.

Το πρόβλημα έγκειται στον τρόπο με τον οποίο συνδυάζονται αυτά τα στοιχεία. Δεδομένα που αφορούν την αρχαία διάλεκτο εφαρμόζονται χωρίς τεκμηρίωση στη σύγχρονη Κυπριακή Ελληνική. Μεσαιωνικές εξελίξεις παρουσιάζονται ως ομηρικά κατάλοιπα. Λόγιοι τύποι περιγράφονται ως επιβιώσεις της λαϊκής γλώσσας, ενώ καινοτομίες της κυπριακής μετατρέπονται σε στοιχεία που υποτίθεται ότι έχασε η κοινή νέα Ελληνική.

«Αυτό που πρέπει να κατανοήσουμε είναι ότι όλες οι μορφές της ελληνικής γλώσσας, είτε αυτή λέγεται κοινή νέα Ελληνική, είτε κυπριακή, είτε κρητική κ.λπ. διατήρησαν πολλά πράγματα από την αρχαιότητα και παράλληλα άλλαξαν και πολλά άλλα», συνοψίζει ο Δρ Αρμοστής.

Η παρουσία αρχαίων στοιχείων στην Κυπριακή Ελληνική δεν δικαιολογεί, επομένως, την απόδοση ομηρικής προέλευσης σε φαινόμενα των οποίων η ιστορία είναι μεσαιωνική ή μεταγενέστερη.

Ο γλωσσολόγος θεωρεί την αντίληψη ότι η Κυπριακή Ελληνική βρίσκεται ιδιαίτερα κοντά στη γλώσσα του Ομήρου έναν ευρέως διαδεδομένο μύθο. Ο μύθος αυτός ενισχύεται κυρίως από τη σύγχυση μεταξύ της αρχαίας και της σύγχρονης κυπριακής, αλλά και από τη συμβολική αξία που αποδίδεται στη γλώσσα της Αρχαιότητας.

Συμπέρασμα

Η σύγχρονη Κυπριακή Ελληνική διάλεκτος δεν αποτελεί άμεση συνέχεια της αρχαίας Κυπριακής Ελληνικής. Όπως σχεδόν όλες οι σύγχρονες ελληνικές ποικιλίες, ανάγεται στην Ελληνιστική Κοινή μέσω της Μεσαιωνικής Ελληνικής, αν και ορισμένα χαρακτηριστικά της Αρχαίας Ελληνικής φαίνεται ότι επιβίωσαν στην Κύπρο, όπως η χρήση του τελικού «-ν» και ορισμένα διπλά σύμφωνα. Ωστόσο, αυτό δεν αρκεί για να χαρακτηριστεί η Κυπριακή Ελληνική «γλωσσικό απολίθωμα» της ομηρικής ή της μυκηναϊκής Ελληνικής.

Δημοφιλή άρθρα

Αυτό το σήμα δεν υποδηλώνει ότι το προϊόν περιέχει έντομα. 

Σε παραπληροφόρηση επιδίδεται η κύρια Εύη Κιαγιά σχετικά με...

Τι γνωρίζουμε για τη φωτογραφία του ΠτΔ που «φιλιέται» με άγνωστη γυναίκα (ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ) 

ΔΙΟΡΘΩΣΗ: Εκ παραδρομής αναφέραμε λανθασμένα στο άρθρο μας ότι...

Η ιβερμεκτίνη και η φενβενδαζόλη ΔΕΝ θεραπεύουν τον καρκίνο

Ισχυρισμός: Ο ηθοποιός Mel Gibson δήλωσε σε γνωστή εκπομπή...

ΠΡΟΣΟΧΗ: Απάτη με σκεύασμα που υπόσχεται θεραπεία του διαβήτη

Μεγάλη διάδοση είχαν διαφημίσεις (πληρωμένο περιεχόμενο) που διακινήθηκαν στο...

Είναι προϊόν ΑΙ το βίντεο που διέρρευσε ο λογαριασμός «Emily Thompson» στο Χ;

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Με βάση τα μέχρι στιγμής διαθέσιμα στοιχεία, το...

Παρόμοια άρθρα

Δημοφιλείς Κατηγορίες